note:
I. Vocabulario
καυχάομαι
- gloriarse; jactarse
ἄρτος
- pan
εἰς + acusativo
- a; hacia
ἀκούω
- oír; escuchar
Ἰουδαῖος
- judío
λόγος
- palabra
ἐγείρω
- resucitar; levantarse
γράφω
- escribir
ἀδελφός
- hermano
ἐπί + genitivo
- sobre
θέλω
- querer; desear
ἔρχομαι
- ir; venir; llegar
θάνατος
- muerte
δοῦλος
- siervo; esclavo
κατά + acusativo
- según
ὁ
- el; la; los; las
ἄγγελος
- ángel; mensajero
πορεύομαι
- ir; venir
μετά + genitivo
- en; contra; por
λύω
- desatar; destruir; liberar
ὀφθαλμός
- ojo; vista
note:
I. Conjugación
ἀσπάζομαι
- ἀσπάζῃ
- ἀσπάζεται
- ἀσπαζόμεθα
- ἀσπάζεσθε
- ἀσπάζονται
κρίνω
- κρίνεις
- κρίνει
- κρίνομεν
- κρίνετε
- κρίνουσι(ν)
ἔρχομαι
- ἔρχῃ
- ἔρχεται
- ἐρχόμεθα
- ἔρχεσθε
- ἔρχονται
βλέπω
- βλέπεις
- βλέπει
- βλέπομεν
- βλέπετε
- βλέπουσι(ν)
πορεύομαι
- πορεύῃ
- πορεύεται
- πορευόμεθα
- πορεύεσθε
- πορεύονται
διδάσκω
- διδάσκεις
- διδάσκει
- διδάσκομεν
- διδάσκετε
- διδάσκουσι(ν)
λογίζομαι
- λογίζῃ
- λογίζεται
- λογιζόμεθα
- λογίζεσθε
- λογίζονται
βούλομαι
- βούλῃ
- βούλεται
- βουλόμεθα
- βούλεσθε
- βούλονται
note:
Traducción
Οἱ λόγοι τοῦ νόμου λέγονται ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ λαμβάνονται ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου.
Ὁ Ἰησοῦς ἐγείρεται καὶ εἰσέρχεται τῷ οὐρανῷ.
ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ κρίνει τὸν ἄνθρωπον.
Ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀνθρώπου λογίζεται ἐν τῷ λόγῳ τοῦ Κυρίου
Οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ βάλλουσιν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τοὺς ἀνθρώπους οἳ οὐ πιστεύουσιν ἐν τῷ Ἰησοῦ.