Ejercicio 26
Participio
I. Vocabulario
ἐργάζομαι:
- trabajar; hacer; obrar
πάλιν:
- otra vez, de nuevo, también
ὅτε:
- cuando
δικαιοσύνη:
- justicia
τόπος:
- lugar
πλοῖον:
- barco; barca
ἕως:
- hasta; hasta que; mientras
ἐλπίς:
- esperanza
χάρις:
- gracia, favor
τρίτος:
- tercero
τοιοῦτος:
- tal
κρατέω:
- prender, tomar, arrestar
τυφλός:
- ciego
χρεία:
- necesidad;
διώκω:
- perseguir, procurar
ἐγγίζω:
- acercarse
πλανάω:
- engañar; extraviar
ὀργή:
- ira, enojo
διαθήκη:
- pacto; testamento
ὑπομονή:
- perseverancia, paciencia
II. Sustantivos de la
3A DECLINACIÓN
ὕδωρ
- τό ὕδωρ
- ὕδατος
- agua
πνεῦμα
- τὸ πνεῦμα
- πνεῦματος
- Espíritu; aliento; viento
βασιλεύς
- ὁ βασιλεύς
- βασιλέως
- rey
ἀνήρ
- ὁ ἀνήρ
- ἀνδρός
- hombre; marido
θλῖψις
- ἡ θλῖψις
- θλῖψεως
- aflicción, tribulación;
πῦρ
- τὸ πῦρ
- πυρός
- fuego
νύξ
- ἡ νύξ
- νυκτὁς
- noche
ἀνάστασις
- ἡ ἀνάστασις
- ἀνάστασεως
- resurrección
αἰών
- ὁ αἰών
- αἰῶνος
- siglo
ὄρος
- τὸ ὄρος
- ὄρους
- monte, montaña
III. Construcción de
Participios
πιστεύω:
- πιστεύοντος
- πιστευσαντος
- πιστευκότος
πληρόω:
- πληροῦντος
- πληρῶσαντος
- πεπληρωκότος
ἐλπίζω:
- ἐλπίζοντος
- ἐλπίσαντος
- ἐλπίσκ̔οτος
καταβαίνω:
- καταβαίνοντος
- καταβάντος
- καταβεβηκότος
ἐσθίω:
- ἐσθίοντος
- φαγοντος
ἐκβάλλω:
- ἐκβάλλοντος
- ἐκβάλοντος
- ἐκβεβληκότος
σῴζω:
- σῴζοντος
- σώσαντος
- σεσῳσκότος
λύω:
- λύοντος
- λύσαντος
- λελυκότος
λαμβάνω:
- λαμβάνοντος
- λάβοντος
- εἰληφότος
IV. Análisis
morfológico
πέμψας
- Verbo
- πέμπω
- Aoristo
- Activo
- Participio
- –
- Masculino
- Nominativo
- Singular
παραλαβεῖν:
- Verbo
- παραλαμβάνω
- Aoristo
- Activo
- Infinitivo
εἰρημένον:
- Verbo
- λέγω
- Perfecto
- Medio / pasivo
- Participio
- –
- Masculino o neutro
- Acusativo o nominativo/acusativo
- Singular
σῶσον:
- Verbo
- σῳζω
- Aoristo
- Activo
- Imperativo
- 2da
- –
- –
- Singular
ἐγερθεὶς:
- Verbo
- ἐγείρω
- Aoristo
- Pasivo
- Participio
- –
- Masculino
- Nominativo
- Singular
ἐλθόντος:
- Verbo
- ἔρχομαι
- Aoristo
- Activo
- Participio
- –
- Masculino
- Genitivo
- Singular
ἐλθεῖν:
- Verbo
- ἔρχομαι
- Aoristo
- Activo
- Infinitivo
βάλε:
- Verbo
- βάλλω
- Aoristo
- Activo
- Imperativo
- 2da
- –
- –
- Singular
ἄρατε:
- Verbo
- αἴρω
- Aoristo
- Activo
- Imperativo
- 2da
- –
- –
- Plural
εἴπατε:
- Verbo
- λέγω
- Aoristo
- Activo
- Imperativo
- 2da
- –
- –
- Plural
πληρωθῇ:
- Verbo
- πληρόω6*
- Aoristo
- Pasivo
- Subjuntivo
- 3a
- —
- —
- Singular
ἑωρακὼς:
- Verbo
- ὁράω
- Perfecto
- Activo
- Participio
- —
- Masculino
- Nominativo
- Singular
V. Traducción
οὔπω γὰρ ἦν βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν ὁ Ἰωάννης.
note:
αὐτοὶ ὑμεῖς μοι μαρτυρεῖτε ὅτι εἶπον [ὅτι] οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ χριστός, ἀλλʼ ὅτι ἀπεσταλμένος εἰμὶ ἔμπροσθεν ἐκείνου.
note:
ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ καὶ ἐκραύγαζον· ὡσαννά· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι κυρίου, [καὶ] ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ.
note:
ταῦτα οὐκ ἔγνωσαν αὐτοῦ οἱ μαθηταὶ τὸ πρῶτον, ἀλλʼ ὅτε ἐδοξάσθη Ἰησοῦς τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπʼ αὐτῷ γεγραμμένα καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ.
note:
ἕως ἄρτι οὐκ ᾐτήσατε οὐδὲν ἐν τῷ ὀνόματί μου· αἰτεῖτε καὶ λήμψεσθε, ἵνα ἡ χαρὰ ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη.
note:
καὶ ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκεν, καὶ ἀληθινὴ αὐτοῦ ἐστιν ἡ μαρτυρία, καὶ ἐκεῖνος οἶδεν ὅτι ἀληθῆ λέγει, ἵνα καὶ ὑμεῖς πιστεύσητε.
note: