Ejercicio 22
El modo imperativo
Vocabulario
θηρίον
- bestia; animal; fiera
οὐκέτι
- no más; ya no
πείθω
- persuadir; confiar; convencer
σωτηρία
- salvación
μακάριος
- bienaventurado; dichoso
ῥῆμα
- palabra
κλαίω
- llorar
ἐπερωτάω
- preguntar; pedir
θέλημα
- voluntad
μισέω
- odiar; aborrecer
κακός
- mal, malo
θεωρέω
- ver, mirar
ὅμοιος
- semejante
προσκυνέω
- adorar; postrarse
ἱερεύς
- sacerdote
ἄξιος
- digno
γραμματεύς
- escriba
μέρος
- parte, región
γραφή
- escritura
ἀνάστασις
- resurrección
θυγάτηρ
- hija
ἐντολή
- mandamiento
II. 3a declinación
θέλημα
- τό θέλημα, θελήματος: voluntad, deseo
μήτηρ
- ἡ μήτηρ, μητρός: madre
ἀρχιερεύς
- ὁ ἀρχιερεύς, ἀρχιερέως: sumo sacerdote
ὕδωρ
- τό ὕδωρ, ὕδατος: agua
αἷμα
- τό αἷμα, αἷματος: sangre
χείρ
- ἡ χείρ, χειρός: mano
χάρις
- ἡ χάρις, χαριτός: gracia, favor
στόμα
- τό στόμα, στόματος: boca
σωτήρ
- ὁ σωτήρ, σωτῆρος: salvador
κρίσις
- ἡ κρίσις, κρίσεως: juicio, justicia
ἐλπίς
- ἡ ἐλπίς, ἐλπίδος: esperanza
ἀστήρ
- ὁ ἀστήρ, ἀστέρος: estrella; lucero
σάρξ
- ἡ σάρξ, σαρκός: σαρκός
φῶς
- τό φῶς, φωτός: luz
ἔθνος
- τό ἔθνος, ἔθνους: gentil, nación, pueblo
III. verbos
IV. Raíces irregulares
en aoristo Y FUTURO INDICATIVO
λέγω
- λέγω, εἶπον, ἐρῶ
ἔχω
- ἔχω, ἔσχον, ἕξω
γίνομαι
- γίνομαι, ἐγενόμην, γενήσομαι
ἔρχομαι
- ἔρχομαι, ἦλθον, ἐλεύσομαι
λαμβάνω
- λαμβάνω, ἔλαβον, λήμψομαι
γινώσκω
- γινώσκω, ἔγνων, γνώσομαι
δύναμαι
- δύναμαι, ἠδυνήθην, δυνήσω
εὑρίσκω
- εὑρίσκω, εὗρον, εὑρήσω
ἐσθίω
- ἐσθίω, ἔφαγον, φάγομαι
βάλλω
- βάλλω, ἔβαλον, βαλῶ
ὁράω
- ὁράω, εἶδον, ὄψομαι
πίπτω
- πίπτω, ἔπεσον, πεσοῦμαι
χαίρω
- χαίρω, ἐχάρην, χαρήσομαι
πίνω
- πίνω, ἔπιον, πίομαι
ἄγω
- ἄγω, ἤγαγον, ἄξω
φέρω
- φέρω, ἤνεγκα, οἴσω
ἁμαρτάνω
- ἁμαρτάνω, ἥμαρτον, ἁμαρτήσω
πάσχω
- πάσχω, ἔπαθον, -
ἀποθνῄσκω
- ἀποθνῄσκω, ἀπέθανον, ἀποθανοῦμαι
Análisis
Morfológico
γράψωσιν
- Verbo
- γράφω
- Aoristo
- Activo
- Subjuntivo
- 3ª
- –
- –
- plural
γινωσκόμενος
- Verbo
- γινώσκω
- Presente
- Medio
- Participio
- ―
- Masculino
- Nominativo
- Singular
εὑρήσομεν
- Verbo
- εὑρίσκω
- Futuro
- Activo
- Indicativo
- 1ª
- ―
- ―
- Plural
θέλῃς
- Verbo
- θέλω
- Presente
- Activo
- Subjuntivo
- 2ª persona
- ―
- ―
- Singular
λαμβάνεσθε
- Verbo
- λαμβάνω
- Presente
- Medio
- Imperativo/indicativo
- 2da persona
- ―
- ―
- Plural
μείνωμαι
- Verbo
- μενω
- Aoristo
- Medio
- Subjuntivo
- 1ª
- persona
- ―
- ―
- Singular
πιστεύοντα
- Verbo
- πιστεύω
- Presente
- Activo
- Participio
- ―
- Masculino / Neutro
- Acusativo / nominativo
- Plural
ἀκούσατε
- Verbo
- ἀκούω
- Aoristo
- Activo
- Imperativo
- 2ª persona
- ―
- ― Plural
ἐσθίῃ
- Verbo
- ἐσθίω
- Presente
- Activo
- Subjuntivo
- 3ª persona
- ―
- ―
- Singular
ἀπέστελλον
- Verbo
- ἀποστέλλω
- Imperfecto
- Activo
- Indicativo
- 1ª / 3a
- ―
- ―
- Singular / Plural
ἐγειρώμεθα
- Verbo
- ἐγείρω
- Presente
- Medio
- Indicativo
- 1ª persona
- ―
- ―
- Plural
πιστεύοντων
- Verbo
- πιστεύω
- Presente
- Activo
- Participio
- ―
- Mas / fem / Neu
- Genitivo
- Plural
λεγούσης
- Verbo
- λέγω
- Presente
- Activo
- Participio
- ―
- Femenino
- Genitivo
- Singular
εὑρήσομεν
- Verbo
- εὑρίσκω
- Futuro
- Activo
- Indicativo
- 1ª persona
- ―
- ―
- Plural
γράψομεν
- Verbo
- γράφω
- Futuro
- Activo
- Indicativo
- 1ª persona
- ―
- ―
- Plural
traducción
ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.
ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν· ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν διωκόντων ὑμᾶς.
καὶ τοῖς τὰς περιστερὰς πωλοῦσιν εἶπεν· ἄρατε ταῦτα ἐντεῦθεν, μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου.
εἰ οὐ ποιῶ τὰ ἔργα τοῦ πατρός μου, μὴ πιστεύετέ μοι·
Μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμον μηδὲ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ. ἐάν τις ἀγαπᾷ τὸν κόσμον, οὐκ ἔστιν ἡ ἀγάπη τοῦ πατρὸς ἐν αὐτῷ·
καὶ προσελθόντες ἤγειραν αὐτὸν λέγοντες· κύριε, σῶσον…